ΑΥΤΟΜΑΤΟ ON/OFF ΟΤΑΝ ΕΚΠΕΜΠΟΥΜΕ

ΕΠΑΦΗ ΤΟΥ ΜΠΕΝ ΕΝΤΟΛΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΡΑΝΟΥ

9/2/10


(Απόσπασμα από το Μυθιστόρημα Ε.Φ. του Παναγιώτη Θ. Τουμάση, "Άνιζ - Το ζήτημα της Γης").

Βρέθηκε κρεμασμένος απ’ αόρατα γάντζα, εκατό μέτρα πιο ψηλά απ’ το «δρόμο». Νάτος ο δρόμος! Επιτέλους, ένας δρόμος σε στέρεα γη… Έχει και πεζοδρόμιο στις άκριες. Και σπίτια. Κανονικά σπίτια. Τίποτα αφύσικο, προς το παρόν. Τίποτα λάθος. Μια γυναίκα περπατάει στο πεζοδρόμιο… Μικροσκοπική εξαιτίας της απόστασης.

«Εντάξει», ψέλλισε ο Μπεν προσπαθώντας ν’ ανακτήσει την ψυχραιμία του, «αυτό το καταλαβαίνω. Είμαστε στη Γη».

Μια λανθάνουσα, ωστόσο, αμφιβολία σχετικά με το αν πραγματικά βρίσκεται στη Γη, τού έσκαβε τα θεμέλια…

Η γυναίκα αγνοεί ότι παρακολουθείται. Και περπατά αμέριμνη. Έχει κρεμασμένη στον ώμο μια τσάντα· απ’ το λουράκι της. Πολύ συνηθισμένο, πολύ γήινο. Και διαφέρει εμφανώς απ’ τη Μαρία… Είναι αρκετά πιο λεπτή… Τον Μπεν τον τράβηξε, κυρίως, η αυτοπεποίθηση στο βάδισμά της. Όχι χωρίς τύψεις, έπιασε τον εαυτό του να «απατά» τη σύντροφό του, έτσι όπως οι άντρες απατάνε κάθε λεπτό τις συντρόφους τους, με το βλέμμα…

Εκείνες, δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν…

«Λίγο πιο κοντά… Πάμε λίγο πιο…».

Δεν απόσωσε τη σκέψη του και, πλέοντας στον αέρα, άρχισε αργά-αργά να χαμηλώνει. Η απόσταση μειώθηκε… Στα πενήντα μέτρα, επιβεβαίωσε την αρχική του εντύπωση: Η γυναίκα είναι όμορφη. Κι αρέσει στους γύρω της. Το ένιωθε. Αλλά, παρέμενε θαμπό το τοπίο γύρω της. Τ’ οπτικό του πεδίο, το πλημμύριζε αυτή.

Κατέβηκε ακόμα πιο χαμηλά. Ανακάλυψε πως είχε την ικανότητα να χαμηλώνει κατά βούληση λάμνοντας με τα χέρια του, σάμπως να κολυμπάει. Τα ρούχα της γυναίκας πήραν υφή. Φάνηκε το υλικό τους. Ούτε γυαλιστερά, ούτε ματ. Είναι ρούχα πάντως. Ένα παντελόνι κι ένα μπλουζάκι κολλητά στο καλλίγραμμο σώμα της. Για να τονίζουν, ίσως, τις καμπύλες.

Να και το πρόσωπό της! Διακρίνεται πανεύκολα τώρα. Με την αδιόρατη έκφραση της ικανοποίησης. Του δυναμισμού. Αδιαφορεί για τους πάντες και τα πάντα. Διασταυρώνεται με κόσμο, ναι· όμως αδιαφορεί. Το ίδιο θα έκανε στη Γη η οποιαδήποτε εργαζόμενη κοπέλα πηγαίνοντας το πρωί για το γραφείο…

Και τι παράξενο πρόσωπο! Εξωτικής ομορφιάς. Η επιδερμίδα της δεν είναι απόλυτα λεία. Μα ούτε και φολιδωτή μπορείς να την πεις. Τετραγωνίδια του μισού εκατοστού το καθένα την απαρτίζουν, εμφανή μεν, αλλά καθόλου αποκρουστικά. Πραγματικά ξεχωριστή μορφή. Και παράδοξη…

Ο Μπεν – που δεν ήταν πια ο Μπεν, μα ένα ανάλαφρο μπαλόνι – εξακολουθώντας να λάμνει με τα χέρια του, πλησίασε πιο κοντά… Και στάθηκε σχεδόν απέναντί της… Ίσως αυτή να τον έβλεπε κιόλας, αν η οντότητά του ήταν υλική. Δεν τον έβλεπε, όμως… Με μια ηρεμία που δεν διαφέρει από νάρκωση, παρατήρησε για αρκετή ώρα τα χαρακτηριστικά της. Η μύτη της μικρή και μυτερή, το περίγραμμα των αυτιών της, επίσης με μυτερές απολήξεις και, πρόσθετα, είναι μικρότερα σε μέγεθος τ’ αυτιά της… Υποτυπώδη, σε σύγκριση με τα …ανθρώπινα!

Τα χείλια της άχρωμα – σα ρουφηγμένα ή ανύπαρκτα. Τα μάτια της αμυγδαλωτά, δυσανάλογα μεγάλα και με εντελώς διαφορετικά βλέφαρα. Τότε, ξαφνικά, κατάλαβε: Η κοπέλα δεν είναι γήινη! Δεν είναι άνθρωπος με τη στενή και πλανητικά σοβινιστική άποψη.

Σπασμωδικά, θαρρείς κάποιος να ’κοψε με τσεκούρι τον κοντό σπάγκο του αερόστατου, τινάχτηκε στα πέντε μέτρα ψηλά. Ο προηγούμενος λήθαργος – που τού εξασφάλιζε την ηρεμία – εξαφανίστηκε. Χρειάστηκε να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις, για να κοιτάξει το πλήθος… Στην πρώτη ματιά, πρόκειται για ένα οποιοδήποτε συνηθισμένο πλήθος. Ετερόκλητο, πλην ομοιογενές αναλογικά προς το ίδιο κι αυθαίρετα λογιζόμενο προς το πλήθος των ανθρώπων, όπως τους ξέρουμε.

Κι εν τούτοις…

Οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι. Διαφέρουν… Μοιάζουν τα ρούχα τους, οι τρόποι, οι κινήσεις τους. Μοιάζουν, ακόμα-ακόμα, η δόμηση, οι κατασκευές κι οι πλατείες. Μοιάζουν τα οχήματα. Αλλά δεν είναι ίδια…

Δεν είναι καθόλου ίδια με τα ανθρώπινα.

«Σταμάτα αυτή τη μουσική»! Ψεύδισε με δυσκολία, σα να βολοδέρνει μέσα σε κακό όνειρο που προσπαθείς να μιλήσεις μα δε βγαίνει η φωνή σου… «Σε παρακαλώ. σταμάτησέ τη… Δεν αντέχω άλλο»…

Locations of Site Visitors